- ἀποκεκληρωμένως
- ἀπο-κεκληρωμένως, durch das Los
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ἀποκεκληρωμένως — ἀποκληρόω choose by lot from perf part mp masc acc pl (doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)